δενδρῶτις

δενδρ-ῶτις, ιδος, ,
A wooded,

πέτρα E.HF790

; ὥρα f.l. in A.Fr.44.6.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δενδρώτις — δενδρῶτις ( ιδος), η (Α) (για τη γη) γεμάτη δένδρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < δένδρον + (επίθημα) ώτις. Ο τ. δενδρώτις, ποιητική κυρίως λέξη, αντικαταστάθηκε από τον παράλληλο τ. δενδρίτης*] …   Dictionary of Greek

  • δενδρῶτι — δενδρῶτις wooded fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δένδρο — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 650 μ., 94 κάτ.) του νομού Κορινθίας. Βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα του νομού, 58 χλμ. ΒΔ της Κορίνθου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ξυλοκάστρου. * * * και δέντρο, το (AM δένδρον Α και δένδρος, δένδρεον, δένδρειον)… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.